Το βιβλίο της εγγονής μου-Μάρω Βαμβουνάκη (Review)

2017-11-25

«Μικρό παιδάκι της μακρινής σελήνης, της γαλανής σελήνης της αυγουστιάτικης, της γαλανής σαν τα ματάκια σου, από πού και πώς σε έστειλαν σε τούτη τη δικιά μας γη;»

Η Μάρω Βαμβουνάκη, στα χρόνια που έχουν περάσει, έχει γράψει πολλά βιβλία. Πολλά μυθιστορήματα με ήρωες βγαλμένους μέσα από τη ζωή, με δικές της σκέψεις που ένωσε με την πλοκή των ιστοριών της, με όμορφα λόγια που μοιράστηκε με τους χιλιάδες αναγνώστες της. Δεν φανταζόταν ούτε ήθελε, όπως αναφέρει και η ίδια, να γράψει ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Όμως είναι ψεύτης όποιος πει «ποτέ» ή «πάντα» για τον εαυτό του, το πλάσμα δηλαδή που γνωρίζει λιγότερο.

Ο ερχομός της εγγονής της, όμως, αποτέλεσε ένα γεγονός που τη μεταμόρφωσε. Την έκανε να αλλάξει γνώμη και να γράψει ένα βιβλίο για εκείνη. Γιατί ένιωσε μια τυφλή ανάγκη για εξομολόγηση, μια ανάγκη να κρατήσει σημειώσεις που να μην ξεχαστούν. Η μικρένια, η μικρούσκα, το μικράκι της, όπως την ονομάζει, είναι ένα πλάσμα που ήρθε κατευθείαν από τον Παράδεισο μια ζεστή καλοκαιρινή αυγουστιάτικη νύχτα. Ήρθε κατευθείαν στην αγκαλιά τους, μετά από έναν πολύωρο και αγωνιώδη τοκετό, για να τους αλλάξει τη ρότα της ζωής τους. Τον τρόπο που σκέφτονται, τον τρόπο που αισθάνονται.

«Μωράκι, μωράκι, άμα πρωτοήρθες στο μικρό σου κρεβατάκι και στο σπίτι σου, όταν γελούσες και έκλαιγες στα πρώτα όνειρα σου, μας άφηνες έξω από κάθε σου μυστικό.»

Τα μικρά μπλε μάτια της αιχμαλώτισαν τη γιαγιά Μάρω και τους γονείς της μέσα τους, η μωρουδιακή μυρωδιά της τους τρέλανε, αυτά τα μικρά χεράκια σφιγμένα σε γροθιές, τα λιλιπούτεια πατουσάκια που δεν χορταίνεις να τα φιλάς, το φως που εκπέμπουν τα μαγουλάκια της, το απαλό μέτωπο, το γυμνό ωμάκι της τους έκανε να την ερωτευτούν. Είναι ένα κομμάτι Ουρανού που έπεσε από ψηλά, εκεί όπου κάθονταν ανέμελοι... Είναι φυσικό, άλλωστε, να αισθάνονται έτσι. Ο ερχομός ενός μωρού σε αλλάζει πλήρως. Σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Σε βάζει να αναρωτιέσαι τι έκανες για να αξίζεις τόση ευτυχία.

Σαν γιαγιά τώρα βλέπει τα πράγματα διαφορετικά. Πιο ανάλαφρα, πιο ήρεμα, πιο ακούραστα. Μπορεί να παρατηρεί το μωρό ώρες ολόκληρες. Χωρίς ανησυχία να βολέψει κι άλλες υποχρεώσεις. Τώρα ζει ένα μωρό αλλιώς. Είναι σε άλλη ηλικία, με άλλες ελευθερίες, πιο ξέγνοιαστα κατά κάποιο τρόπο. Τώρα τις βαριές ευθύνες έχουν οι γονείς του. Κοιτάζει τη μικρούλα της κι αναρωτιέται διάφορα. Από που έμαθε να χαμογελάει από τις πρώτες ώρες; Πως γνωρίζει τόσα συναισθήματα; Πως τα νιώθει από τόσο νωρίς; Πως μπορεί να μεγάλωσε μέσα σε δυο μέρες; Είναι τελικά τόσο ιδιαίτερη η δικιά τους μικρούλα ή έτσι συμβαίνει με όλους τους γονείς, με όλες τις γιαγιάδες;

«Την ακουμπώ όσο πιο απαλά γίνεται μη μου ξυπνήσει. Μη μου κλάψει. Μη μου λυπηθεί. Μη μου τρομάξει. Μη μου πεινάσει. Μη μου αρρωστήσει. Μη μου παραπονεθεί. Μη μου πονέσει. Μη μου πονέσει. Μη μου πονέσει... Μέχρι πόσο χρονών θα τολμάμε να τους το λέμε έτσι και να μην μας αποπαίρνουν;»

Το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη αποτελεί ένα βιβλίο αυτοβελτίωσης, αυτογνωσίας, είναι μια μικρή σχολή γονέων. Διαβάζοντας το θα έρθουμε αντιμέτωποι με τις δικές μας ανησυχίες, τα δικά μας άγχη και φόβους που μας διακατέχουν ως γονείς. Αλλά διακατέχουν κι εκείνη ως γιαγιά. Όσο κι αν έχουν αλλάξει οι τρόποι που μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά τους οι νέοι και πιο μοντέρνοι γονείς δεν παύουν να αγωνιούν, να αγχώνονται, να φοβούνται για το μέλλον τους, για το πως θα καταφέρουν να διαπλάσουν σωστά τον χαρακτήρα τους. Παλεύουν να κρατήσουν μέσα τους, τους κρυφούς πόθους που τείνουν να περάσουν στα μικρά τους με έμμεσο τρόπο, και να τα αφήσουν να απλώσουν ελεύθερα τα φτερά τους. Να γίνουν ξεχωριστά άτομα, ξεχωριστές οντότητες με μια μοναδική προσωπικότητα. Δεν είναι λίγες οι φορές που έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά τις κόρες μου και να συλλογίζεται πολλά από όσα αναφέρονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

Όσο κοινότοπα, όσο βαρετά και συνηθισμένα κι αν φαντάζουν όσα γράφει στο βιβλίο της η Μάρω Βαμβουνάκη για την εγγονή της σε εκείνη ηχούν μοναδικά, όπως μοναδικά ηχούν σε οποιαδήποτε οικογένεια που αποκτά ένα μωρό. Ένα νέο μέλος, έναν νέο άνθρωπο. Οι πιο πολλοί που τα έχουμε ζήσει και τα έχουμε νιώσει την κατανοούμε πλήρως. Υπάρχει όντως αυτή η ανάγκη να θέλουμε να καταγράψουμε τα πάντα, να τα διασώσουμε, να τα μοιραστούμε, γιατί παρ' όλη την απλότητα τους εμείς τα θεωρούμε σπάνια και ασυνήθιστα. Γράφοντας τα δεν μπορείς παρά να μιλήσεις για τον εαυτό σου και όσα σου βγαίνουν προς τα έξω ζώντας μια καθημερινότητα που την κάνει καλύτερη ο ερχομός ενός παιδιού. Είναι ένα βιβλίο τόσο τρυφερό, τόσο ξεχωριστό, τόσο συγκινητικό, τόσο διδακτικό που θα μας κάνει να γυρίσουμε λίγο το κεφάλι στο παρελθόν μας και να θυμηθούμε τις δικές μας μοναδικές στιγμές. Αυτές που ζήσαμε ως γονείς και ως γιαγιάδες όταν ήρθαν στη ζωή μας τα δικά μας αγγελούδια, τα δικά μας μικράκια.

Ακόμη και οι μυριάδες κόκκοι της άμμου είναι ανόμοιοι, λέει, άμα τους δεις σε μικροσκόπιο, ένας ένας τους είναι εντελώς άλλος κόκκος.
Πόσο περισσότερο ένα παιδάκι....
Το δικό σου!»

Ο μουσικοσυνθέτης Βασίλης Νούσιας παρουσίασε το νέο του διήγημα «Μια Βόλτα στην Χαλκίδα» και τον δίσκο «Της Φιλίας και της Αγάπης» την Τετάρτη 6 Ιουνίου στο Κόκκινο Σπίτι στη Χαλκίδα υπό την αιγίδα του Οργανισμού Πολιτισμού Χαλκίδας (Δ.Ο.Α.Π.Π.Ε.Χ.) και της UNESCO Πειραιώς και Νήσων.