40 χρόνια «Γρανίτα από λεμόνι»

2017-11-29

Tο 2018 θα κλείσει τα 40, ενώ οι πρώτοι της θεατές έχουν προ πολλού περάσει τα 50. Υπήρξε η μεγαλύτερη κινηματογραφική επιτυχία του σωτήριου έτους 1978, προερχόμενη μάλιστα όχι από την Αμερική, την Αγγλία ή την Ευρώπη γενικότερα, αλλά από μια χώρα «προβληματική», το Ισραήλ. 

Βέβαια, όντως παίχτηκε παντού μεταγλωττισμένη στα αγγλικά και ήταν συμπαραγωγή (τι ειρωνεία!) με τη Γερμανία. Όπως και να 'χει, η εφηβική σεξοκωμωδία «Γρανίτα από λεμόνι» άφησε εποχή, που λέμε, και επηρέασε μια ολόκληρη γενιά τόσο καλλιτεχνικά όσο και σεξουαλικά. Ας μην ξεχνάμε πως τη δεκαετία του '70 τίποτα δεν ήταν όπως σήμερα, ούτε οι σχέσεις, ούτε τα ερωτικά ερεθίσματα, ούτε καν το σχετικό περιεχόμενο των νεανικών εντύπων. Για τα κορίτσια δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση, για τα δε αγόρια η σεξουαλική αγωγή περνούσε κυρίως μέσα από τα περίφημα τσοντάδικα όπου προβάλλονταν ερωτικές ταινίες, η ροή των οποίων διακοπτόταν από σύντομα στιγμιότυπα σκληρού πορνό. Κάποιες από τις ερωτικές ταινίες που παίζονταν σε «κανονικές» αίθουσες ήταν οι σεξοκωμωδίες, έργα που σήμερα προκαλούν μόνο τη θυμηδία, καθώς είναι αρκούντως αφελείς και σχεδόν αθώες. Οι πιο χαρακτηριστικές θεωρούνται καλτ. 

Ήταν μια εποχή που το σινεμά ήταν η μόνη διασκέδαση για την πλειονότητα, σε όσους βρισκόντουσαν δε στην περίοδο της πρώτης ενηλικίωσης η «Γρανίτα από λεμόνι», παράλληλα με το μιούζικαλ «Grease» και την επίσης ελαφριά σεξοκωμωδία «Saturday Night Fever», έκανε θραύση. 

 Ίσως η πλέον καλτ είναι ακριβώς το «Lemon Popsicle» (το «Eskimo Limon», όπως είναι ο αυθεντικός εβραϊκός τίτλος), που χτύπησε φλέβα χρυσού, καθώς έτρεξαν να τη δουν όλοι οι έφηβοι της εποχής από την Αμερική έως την Ιαπωνία και από την Αγγλία έως την Ελλάδα. 

Βασικό συστατικό της επιτυχίας της, η νοσταλγία για τα '50s -εποχή που το Ισραήλ βρισκόταν στα πρώτα χρόνια της συγκρότησής του ως κράτους και χιλιάδες Εβραίοι της διασποράς επέστρεφαν στην Παλαιστίνη- και για τα θρυλικά τραγούδια του αμερικανικού ροκ-εν-ρολ, δηλαδή των Paul Anka, Bill Haley, Little Richard, Bobby Vinton, αλλά και για άλλα όπως το «Ciao Ciao, Bambina» του Domenico Modugno κ.ά. 

Μια ιστορία τριών αγοριών, μαθητών λυκείου, από τις λαϊκές γειτονιές του Τελ Αβίβ, που δεν έχουν το μυαλό τους στα μαθήματα αλλά σχεδόν αποκλειστικά στα κορίτσια, στο «ξύπνημα της άνοιξης», στις πρώτες τους σεξουαλικές εμπειρίες, στις οποίες πολύ συχνά συμμετέχουν ομαδικά.

Έτσι, ο ευαισθητούλης Μπέντζι, το ομορφόπαιδο ο Μπόμπι και ο υπέρβαρος Χιούι (όλα τα ονόματα είναι διαφοροποιημένα σε σχέση με τα εβραϊκά) μπλέκουν σε κωμικές καταστάσεις, παρόμοιες με αυτές που έβλεπαν οι νέοι τα χρόνια που ακολούθησαν, όπως η σειρά ταινιών «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» στην Ελλάδα (χωρίς τόσο εμφανές σεξ) και οι ακόμα πιο κακοφτιαγμένες ιταλικές και αμερικανικές αντίστοιχες παραγωγές που περιλάμβαναν καψόνια, μπουγελώματα, κρυφοκοίταγμα στα αποδυτήρια των κοριτσιών, σεξ με ώριμες γυναίκες, κυνήγι συζύγων, μεθύσια σε πάρτι κ.λπ. 

Εμπνευσμένοι από το «American Graffiti» («Νεανικά Συνθήματα») του Τζορτζ Λούκας, του 1973, οι παραγωγοί Yoram Globus και Menahem Golan διέθεσαν τρία εκατομμύρια λίρες Ισραήλ για να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους, σε σκηνοθεσία του Boaz Davidson. Από αυτά το ένα εκατομμύριο πήγε σε δικαιώματα τραγουδιών. 

Το σενάριο, που συνυπογράφει ο σκηνοθέτης με τον Edi Taror, είναι παιδαριώδες. Ο Μπέντζι, όπως άλλωστε και οι κολλητοί του, ο Χιούι και ο Μπόμπι, ερωτεύεται την ωραία (και παρθένα) Νίκι, που μόλις έχει έρθει στο σχολείο τους. Εκείνη συμπαθεί μεν τον ντροπαλό Μπέντζι, αλλά γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του Μπόμπι, που έχει βάλει στοίχημα ότι θα την ξεπαρθενέψει. Όταν, λοιπόν, η Νίκι ανακαλύπτει ότι έχει μείνει έγκυος, ο τελευταίος τής γυρίζει την πλάτη. Αυτός που τρέχει όμως να τη βοηθήσει να κάνει έκτρωση και να αποφύγει το σκάνδαλο είναι ο Μπέντζι, που έτσι νομίζει ότι κερδίζει την αγάπη της. Στην τελευταία σκηνή του έργου ωστόσο την πιάνει και πάλι στην αγκαλιά του αντίζηλου του. Το φινάλε (ο Μπέντζι να απομακρύνεται μόνος στο δρόμο υπό τους ήχους του Mr.Lonely) άφηνε μια γλυκόπικρη γεύση σε όλους τους ρομαντικούς και ευαίσθητους εφήβους της εποχής. Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 1978 στο Τελ Αβίβ και μόνο στο Ισραήλ η ταινία έκοψε 1.268.000 εισιτήρια. Στη συμπαραγωγό Γερμανία, όπου παίχτηκε με τον τίτλο «Eis am Stiel», ήρθε 11η στο box office με 2,7 εκατομμύρια θεατές, ενώ 700 κόπιες πλημμύρισαν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αίθουσες. 

Aναπόφευκτα η ταινία έτυχε και καλλιτεχνικής αναγνώρισης κι έτσι το 1979 ήταν υποψήφια στις Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (τη χρονιά που κέρδισε η «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Μπέργκμαν), αλλά όλως περιέργως, αν και ήταν η επίσημη πρόταση του Ισραήλ, δεν κατάφερε να περάσει στην πεντάδα των αντίστοιχων Όσκαρ. Στην Ελλάδα οι κινηματογραφικές αίθουσες ασφυκτιούσαν από τη μεγάλη προσέλευση. Ήταν μια εποχή που το σινεμά ήταν η μόνη διασκέδαση για την πλειονότητα, σε όσους βρισκόντουσαν δε στην περίοδο της πρώτης ενηλικίωσης η «Γρανίτα από λεμόνι», παράλληλα με το μιούζικαλ «Grease» και την επίσης ελαφριά σεξοκωμωδία «Saturday Night Fever» (και τα δύο με πρωταγωνιστή τον Τζον Τραβόλτα), έκανε θραύση. 

Τα τραγούδια της ταινίας, μάλιστα, έκαναν δεύτερη καριέρα μετά τη δεκαετία του '50 και συμπλήρωναν στα νεανικά πάρτι το «Ένα καλοκαίρι», το μπλουζ κατά τη διάρκεια του οποίου χαμήλωναν τα φώτα κι έβρισκαν ευκαιρία τα αγόρια να αγκαλιάζουν τα κορίτσια τους (και ενίοτε να δίνουν το πρώτο φιλί). Οι γονείς, από την άλλη, σκανδαλίστηκαν τόσο από την ταινία που διαμαρτύρονταν και ζητούσαν από τις Αρχές να απαγορευτεί η προβολή της. Τέτοιο σκοτάδι επικρατούσε το μακρύ 1978! Η απρόσμενη τεράστια επιτυχία έφερε τα σίκουελ, όπως ήταν φυσικό. Με επαναλαμβανόμενα μοτίβα και φθίνουσα κινηματογραφική αξία, και ενώ οι πρωταγωνιστές μεγάλωναν ηλικιακά, έφτασε τα επτά, με τελευταίο εκείνο του 1988. Συγκεκριμένα γυρίστηκαν το ας πούμε Νο 2 «Going Steady» (Yotzim Kavua) το 1979, το «Hot Bubblegum» (Shifshuf Naim) το 1981, το «Private Popsicle» (Sapiches) το 1982, το «Baby Love» (Sababa) το 1984, το «Up Your Anchor» (Harimu Ogen) το 1985, το «Young Love» (Ahava Tzeira) το 1987 και το «Summertime Blues» (Blues Ba-Kayitz) το 1988. Η αμερικανική εκδοχή του 1982, το «Last American Virgin», δεν είχε καμία τύχη, αφού η σοδειά χοντροκομμένων εφηβικών κωμωδιών του Χόλιγουντ είναι ακόμα πιο δημιουργική και παραγωγική. Πάντως, η τελευταία απόπειρα σύγχρονης «Γρανίτας από λεμόνι» έγινε το 2001, με το «The party goes on» (Hahagiga Nimshehet). 

Έκτοτε, οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές της σειράς του «Lemon Popsicle», ο γλυκούλης Μπέντζι (Yiftach Katzur), ο σέξι Μπόμπι (Jonathan Sagalli) και ο χοντρούλης Χιούι (Zachi Noy), όπως και η Νίκι, κατά κόσμον Anat Atzmon, παραμένουν από τους πιο γνωστούς ηθοποιούς του Ισραήλ και έχουν συμμετάσχει σε πολλές και ενίοτε καλές ταινίες όπως και σε σίριαλ. Ο «Μπέντζι», έχοντας ξεκινήσει από το θέατρο, έπαιξε σε μια σειρά ποιοτικών ταινιών, προσπαθώντας να βγάλει από πάνω του τον ρόλο που τον καθόρισε, ενώ σήμερα διευθύνει μια σημαντική διαφημιστική εταιρεία. Ο «Μπόμπι» (γεννημένος στο Τορόντο του Καναδά) γράφει διηγήματα και σενάρια. Συμμετείχε με έναν αξιόλογο ρόλο στη «Λίστα του Σίντλερ» του Σπίλμπεργκ και έχει σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες, ανάμεσα στις οποίες και το ισραηλινό γκέι φιλμ «Lipstikka» που ήταν υποψήφιο για τη Χρυσή Άρκτο στην Μπερλινάλε του 2011. Ο «Χιούι» δεν έχει πάψει να συμμετέχει σε διεθνείς παραγωγές, αμερικανικές και ισραηλινές. Το ότι η «Γρανίτα από λεμόνι» παραμένει εμβληματικό έργο της ισραηλινής κινηματογραφίας το αποδεικνύει το γεγονός ότι λίγα χρόνια πριν ο Yiftach Katzur και η Anat Atzmon εμφανίστηκαν σε δημοφιλές talk show της ισραηλινής τηλεόρασης, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Μπέντζι παρέδωσε στη Νίκι, με καθυστέρηση κάποιες δεκαετίες, το κόσμημα που είχε αγοράσει για να επισφραγίσει τον έρωτά τους, αλλά δεν της έδωσε τότε, αφού εκείνη επέστρεψε στην αγκαλιά του Μπόμπι. 

Πηγή: www.lifo.gr 

Οι κατσίκες μπορούν να διακρίνουν τις διαφορετικές ανθρώπινες εκφράσεις και προτιμούν τα γελαστά πρόσωπα από τα θυμωμένα, αποκαλύπτει έρευνα τα αποτελέσματα της οποίας δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα.

Σχετικά με τους βρεφονηπιακούς σταθμούς, η αναπληρώτρια υπουργός Κοινωνικής Αλληλεγγύης απάντησε ότι η διαδικασία, η οποία αποτελείται από δύο φάσεις (η πρώτη είναι τον Ιούλιο και η δεύτερη τον Σεπτέμβριο), δεν έχει τελειώσει.